Πρέπει να ήταν πριν λίγες μέρες, καθόμουν πλάι σε ένα παράθυρο στο τρίτο όροφο και μπορούσα να βλέπω έξω τα αυτοκίνητα να συγκεντρώνονται, να πυκνώνουν και να αραιώνουν, να κατηφορίζουν την 3ης Σεπτεμβρίου. Έβλεπα να σχηματίζεται μια πολύχρωμη ουρά, ένα μακρόστενο φίδι από αυτοκίνητα. Μέσα ο κόσμος μιλούσε, άκουγε ραδιόφωνο, περίμενε ανυπόμονα να αλλάξει το φανάρι. Κάποιοι μόνοι, κάποιοι με παρέα. Είχε κάτι το ενδιαφέρον, να παρατηρείς τις ζωές των άλλων από μακριά. Φαίνονταν συναρπαστικές οι ζωές των άλλων σαν τρίτος παρατηρητής. Όταν δεν ξέρεις λεπτομέρειες, όταν βλέπεις μονάχα την εικόνα και μπορεί η σκέψη σου να πλάθει κάθε είδους ιστορία. Μπορούσα να τους κλείσω ανάμεσα στα δείκτη και τον αντιχείρα μου, καθώς έμοιαζαν τόσο μακρινοί, μικροσκοπικοί. Εκείνη την στιγμή η εικόνα μπροστά μου, ρουφούσε σχεδόν την ύπαρξη μου. Ήταν σαν να με καλούσε να την αποτυπώσω, να την καταγράψω μέσα στο μυαλό μου είχε αρχίσει να αδειάζει από σκέψεις και φωνές. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα τα μάτια μου έπιασαν κάποιους να κινούνται. Άνθρωποι. Όχι δεν ήταν απλώς άνθρωποι ήταν παιδιά. Περαστικοί. Όχι δεν ήταν περαστικοί, κρατούσαν ένα κουβά και καθάριζαν τζάμια αυτοκινήτων. Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω τους. Ήθελα να ακολουθήσω κάθε κίνηση τους. Το τοπίο με τα σύννεφα που κινούταν, διαλύονταν νωχελικά αλλάζοντας χρώματα στον απογευματινό ήλιο που τα διαπερνούσε και τα ανυπόμονα αυτοκίνητα κάτω από αυτά, εξαφανίστηκε. Έμειναν μόνο εκείνα. Τα παιδιά. Πλησίαζαν ένα ένα τα αυτοκίνητα και άπλωναν μια λεπτή βούρτσα στο τζάμι. Έκαναν γρήγορες και βιαστικές κινήσεις. Πρώτα από αριστερά, την πλευρά του συνοδηγού, έπειτα από δεξιά στην πλευρά του οδηγού. Πλησίασαν ένα αυτοκίνητο. Έκαναν πάλι το ίδιο. Για ακόμη μία φορά, το ίδιο. Ο οδηγός φαινόταν να κάνει κινήσεις μέσα από το αυτοκίνητο. Να μιλάει προς τα παιδιά. Να τους λέει κάτι. Το ένα από τα δύο παιδιά τελειώνοντας την καθιερωμένη του δουλειά με την βούρτσα, πλησίασε το παράθυρο του οδηγού. Φάνηκε σαν να του μιλάει περισσότερο από το κανονικό. Εστίασα το βλέμμα μου. Ήθελα να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν μπορούσα να ακούσω. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Έπειτα αυτό με ένα γρήγορο βηματισμό, πλησίασε την πόρτα του συνοδηγού την άνοιξε και μπήκε μέσα. Προσπάθησα να ακολουθήσω το αυτοκίνητο. Το φανάρι άλλαξε, το αυτοκίνητο επιτάχυνε και χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Έκανα μια κίνηση να κοιτάξω στο βάθος, να το προλάβω…Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τίποτα. Ένα αίσθημα οργής και αηδίας ξεχείλισε απότομα από μέσα μου. Μάταια προσπάθησα να θυμηθώ το χρώμα του αυτοκινήτου. Τίποτα.
26.3.08
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
4 comments:
Με άφησες άφωνη...
Έτσι γίνονται αυτά..μπροστά στα μάτια μας πολλές φορές, μας στοιχειώνουν με τη φρίκη τους αλλά ξέρουμε οτι είναι ένα θλιβερό κομμάτι μιας αποτροπιαστικής πραγματικότητας...
Κι η ζωή συνεχίζεται, μέσα στα αυτοκίνητα, στο δρόμο,στα πεζοδρόμια, πίσω από παράθυρα...
Γράφεις πάρα πολύ όμορφα, θα σε διαβάζω :)
Έχω την ανάγκη να κατηγορήσω κάποιον για αυτό το περιστατικό. Και σκέφτομαι ποιος να φταίει;
Να φταίει άραγε η φτώχεια και η ανέχεια της οικογένειας του παιδιού;
Να φταίει άραγε η ανωμαλία του οδηγού αυτού;
Να φταίει άραγε το κράτος που δεν περιθάλπτει τέτοιες φτωχές οικογένειες;
Να φταίει η οικογένεια του οδηγού, που ίσως εξαιτίας τους το παιδί τους τη βρίσκει διαφορετικά;
Να φταίει άραγε ο Θεός που τα ανέχεται όλα αυτά;
Τίποτα από αυτά δεν μου είναι αρκετό;
Ποιος φταίει γαμώτο;
...
Μήπως άραγε φταίω εγώ που τα ανέχομαι όλα αυτά;
Μήπως, λέω, μήπως;
@Kleine wolke, σε ευχαριστω!Και εγώ θα σε διαβάζω άρα θα τα λέμε :))
@Riddler, νομίζω πριν επιμερίσουμε οποιαδήποτε ευθύνη πρέπει να αναλογιστούμε τι κάνουμε και εμείς, ο καθένας μας ξεχωριστά και έπειτα όλοι μαζί. Είναι βολικό να τα ρίχνουμε στο σύστημα,το κράτος, την φτώχεια κτλ Σίγουρα φταίμε και εμείς. Φταίω και εγώ που το έβλεπα σοκαρισμένη, αποτροπιασμένη και την άλλη στιγμή συνέχιζα κανονικά την ζωή μου...
Φφφφφφφφφφφφφ!
Πώς να ξεσπάσει η οργή;!
Δεν ξέρω!!!!
:(
Δημοσίευση σχολίου