Την τελευταία φορά που τον είδα ήταν σε ένα λευκό αποστειρωμένο θάλαμο στο τμήμα χειρουργικής στην κλινική Παπαγεωργίου. Χτες πριν πέσω για ύπνο, άρχισαν πάλι να με στοιχειώνουν οι σκέψεις. Θυμάμαι, όταν είχα μπει στο νοσοκομείο με είχε πιάσει αυτό το περίεργο σφίξιμο στην καρδιά. Οι χώροι ήταν χριστουγεννιάτικα στολισμένοι και τριγύρω παντού υπήρχε πολύς κόσμος. Άρρωστος κόσμος. Όπου κοιτούσα υπήρχε ένα πρόβλημα, μικρό, μεγάλο, διαφορετικό. Παντού όμως, η ίδια έκφραση. Ο πόνος εναλλάσσονταν με την ελπίδα και την απόγνωση και πάλι από την αρχή. Ο παππούς μου είχε πολλά διαφορετικά προβλήματα που βάρυναν την κατάσταση του. Ένα κουρασμένο κορμί που πρόδιδε μια κουρασμένη και ταλαιπωρημένη ζωή. Αν έβλεπες τα χέρια του μπορούσες να υποψιαστείς το ιστορικό του. Χαρακωμένα και τραχιά, όταν τα άγγιζες. Ο πατέρας μου με είχε προειδοποιήσει από την προηγούμενη μέρα. « Η καρδιά του παππού σου είναι πολύ αδύναμη, οι γιατροί είπαν ότι μόνο κατά 30% στέλνει αίμα προς το υπόλοιπο σώμα». Ταυτόχρονα όμως, ο παππούς μου ήταν νεφροπαθής με σοβαρό πρόβλημα στο αριστερό του πόδι και με ότι σήμαινε αυτό. Όλες οι δυσκολίες πολλαπλασιασμένες και όλες οι σκέψεις μαζί, ένα μπλεγμένο κουβάρι στο μυαλό μου, καθώς ανέβαινα τους ορόφους. Η πόρτα του δωματίου άνοιγε μπροστά μου, ήταν πανύψηλη άσπρη και το δωμάτιο ήταν ψηλοτάβανο. Αισθανόσουν τόσο ισχνός και αδύναμος σε εκείνο το δωμάτιο. Η ανυπαρξία χρωμάτων και η αποστειρωμένη μυρωδιά σε απογύμνωνε, κάνοντας σε να νιώθεις ευάλωτος, μικρός και ανήμπορος. Μέσα στο δωμάτιο βρήκα το θείο και τους γονείς μου. Πλησίασα τον παππού μου. Είχε ένα θολωμένο, από τα φάρμακα, βλέμμα. Δεν νομίζω ότι με γνώρισε κατευθείαν. Τον πλησίασα και κάθισα δίπλα του. Προσποιήθηκα ότι εξοικειώθηκα με το χώρο και φόρεσα ένα πλατύ χαμόγελο. Τυπικές ερωτήσεις που φέρνουν τυπικές απαντήσεις. Το μισάωρο του επισκεπτηρίου πέρασε γρήγορα και έπρεπε πάλι να φύγω. Πλησίασα και τον αγκάλιασα. Τον έσφιξα και τα δάχτυλα μου τράβηξαν λίγο από τα ρούχα του. Ένιωθα κάτι από τον αποχωρισμό. Τον αποχωρισμό που δεν ήθελα να παραδεχτώ, που δεν ήθελα να επιβεβαιώσω. Ήθελα να του πω τόσα πολλά, μα τόσα πολλά που δεν μπορούσαν να βγουν από τα χείλη μου. Αν έβγαιναν, δεν θα ήταν σίγουρα λέξεις. Σταματούσαν κάπου στο λαιμό μου και με έπνιγαν μαζί με εκείνο το γνώριμο πόνο, που δεν σε αφήνει να καταπιείς και να ανασάνεις. Ξαφνικά, ήθελα εξαφανιστούν όλοι οι άλλοι. Να μείνω μόνη μου, εγώ και αυτός. Μια στιγμή αποκλειστικότητας με τον παππού μου. Ένιωθα ένα περίεργο πόνο, που ανέβαινε ανυποψίαστα από την καρδιά, στο στήθος και μετά σε όλο το θώρακα, μουδιάζοντας όλο το είναι μου. Αν είχα εκείνη την στιγμή μπορεί και να είχα γονατίσει από αυτόν τον πόνο που ερχόταν και με διαπερνούσε, με την ύπουλη στεναχώρια, να τρυπώνει αργά σταθερά στην ψυχή μου, να την πλημμυρίζει και να την διαλύει. Θα έπεφτα στα γόνατα του παππού μου, να μου χαϊδέψει τα μαλλιά και να μου πει εκείνος πως όλα θα πάνε καλά. Να με ηρεμήσει, να με νανουρίσει. Δεν μπορούσε. Έσκυψα απλώς στο αυτί του και του είπα ότι τον αγαπάω, του είπα να μη το ξεχάσει ποτέ. Του είπα να μην φοβάται (εγώ φοβόμουν) και τα χέρια μου τυλίχτηκαν ξανά τριγύρω του. Κούνησε το κεφάλι του σαν να συμφωνούσε και να κατάπινε ταυτόχρονα λέξεις και λυγμούς αλλά ένα μόνο δάκρυ πρόλαβε γλίστρησε από το μάτι του και τα πρόδωσε όλα. Μια λεπτή υγρασία ταξίδεψε από την άκρη του ματιού του, στα μάγουλα μέχρι την άκρη των χειλιών του. Ναι τον είδα να δακρύζει και δεν το άντεχα όταν έβλεπα τους «μεγάλους», τους δυνατούς της ζωής μου να λυγίζουν και να κλαίνε. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Έκανα πάλι πως χαμογελάω και βγήκα βιαστικά από το δωμάτιο. Στα σκαλιά σκεφτόμουν, έτρεμα, έπιανα το κάγκελο. Δεν έκλαιγα, μακάρι να έκλαιγα. Ξένοιαστες αναμνήσεις έλουζαν τις στενάχωρες σκέψεις μου και τις δυνάμωναν. Τότε που ο παππούς μου μετρούσε στα κουμπιά του πουκαμίσου του αν έχω ψηλώσει. Κάθε φορά που ακουμπούσα το ψηλότερο κουμπί, με έπαιρνε αγκαλιά, με σήκωνε ψηλά και με φιλούσε. Τώρα δεν ήταν ο ίδιος. Ήταν ένας αδυνατισμένος, άρρωστος και αδύναμος γεράκος. Ανέκαθεν ήταν μικρόσωμος άνθρωπος, αλλά τώρα το σώμα του ήταν σχεδόν παιδικό. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Η τελευταία φορά που είδα τον παππού μου. Δεν πήγα στην κηδεία του. Δεν πήγα να τον δω. Μόνο με ειδοποίησε η μητέρα μου την επόμενη μέρα. Το θυμάμαι πάντα, σαν να ξαναζώ την ίδια πολυαγαπημένη ανάμνηση, τότε που με αγκάλιαζε, να μου λέει «Κορίτσι μου σ’αγαπάω για δύο» και εγώ σ’αγαπάω παππού μου και θα σ’αγαπάω για πάντα, η αγάπη μου θα έρχεται να σε βρίσκει, να σου κάνει συντροφιά, να σε αγκαλιάζει να μη σε αφήνει στιγμή μόνο σου και μετά να με σηκώνεις αγκαλιά, να είμαστε μόνο εγώ, εσύ και ο ήλιος και να μου δίνεις το πιο γλυκό φιλί που μου έχουν δώσει ποτέ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
8 comments:
Μου είναι πολύ δύσκολο να σου γράψω κάτι γιατί το πόστ σου μου έφερε δάκρυα και τη σκέψη της γιαγιάς μου.Και δεν μπορώ να σου γράψω και τίποτα άλλο πέρα απ'αυτό...Νομίζω οτι δεν χρειάζεται....
"να είχα γονατίσει από αυτόν τον πόνο που ερχόταν και με διαπερνούσε, με την ύπουλη στεναχώρια, να τρυπώνει αργά σταθερά στην ψυχή μου, να την πλημμυρίζει και να την διαλύει."
Σε νοιώθω.
Καλό σου βράδυ.
Ευτυχώς που το κείμενο είναι ηλεκτρονικό γιατί αν ήταν σε χαρτί θα πρόδιδε πολλα και για μένα, Kleine wolke :) Δεν ήξερα αν έπρεπε να το ποσταρώ, αλλά "έτρεχε" πολύ καιρό στο μυαλό μου. Χαίρομαι που σε άγγιξε, στεναχωριέμαι που σε στεναχώρησε..
Καλό βράδυ.
Όλα τα συναισθήματα είναι για όλους.Και καλό είναι να τα ζούμε όλα και τα όμορφα και τα άσχημα. Γιατι μας θυμίζουν οτι είμαστε ζωντανοί, οτι είμαστε άνθρωποι. Μην στεναχωριέσαι καθόλου αν στεναχωρήθηκα.
Τα πιο όμορφα μάτια είναι τα κόκκινα :)
Έχεις δίκιο, είναι όμορφα γιατί είναι αληθινό αυτό που φαίνεται:)
Αν και καταλαβαίνω τη συναισθηματική σου φόρτιση, δεν θα ήθελα να σχολιάσω τα δικά σου συναισθήματα μιας και δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί σου και αν έλεγα ότι μπορώ πιστεύω θα έλεγα ψέματα.
Αλλά μόνο να, προσπαθώντας να πάρω το μέρος του παππού σου, και οποιουδήποτε ανθρώπου βρίσκεται σε παρόμοια θέση, να πω, πως αισθάνομαι ότι είναι ιδιαίτερα σκληρό και απάνθρωπο τις τελευταίες στιγμές του κάποιος να τις περνάει σε ένα "λευκό αποστειρωμένο θάλαμο". Δηλαδή αυτό που θέλω να σου πω είναι ότι περισσότερο στενοχωρήθηκα, όχι για την απώλειά σου, ούτε για την κατάσταση υγείας του παππού σου, παρά μόνο για τις συνθήκες που αυτός ο ανθρώπος άφησε την τελευταία του πνοή.
Πιστεύω ότι όσο κάποιος άνθρωπος έχει τα λογικά του, δικαιούται να καθορίζει τις τελευταίες του στιγμές ανεξαρτήτως ιατρικού πρωτοκόλλου.
Μαζί με τον παππού σου λυπάμαι για όλους αυτούς τους ανθρώπους που είναι υποχρεωμένοι να αφήσουν την τελευταία τους πνοή καλωδιομένοι, με ορούς, με μια ανέκφραστη νοσοκόμα και έναν αναίσθητο γιατρό, να τους κάνουν ψυχρές ερωτήσεις μέσα σε λευκά δωμάτια που βρωμάνε θάνατο.
Οφείλουμε να υπερσπιστούμε την ανθρωπιά μας μέχρι την τελευταία μας στιγμή! Οι άνθρωποι πεθαίνουν όμορφα όταν πεθαίνουν ως άνθρωποι και μόνο!
Riddler, πρόσεξε, υπάρχει μια διαφορά. Μπορώ να έχω μια ξεκάθαρη και διαυγής θεώρηση του πράγματος τώρα που έχει περάσει αυτή η δυσάρεστη κατάσταση. Ναι,συμφωνώ μαζί σου.Είναι πολύ καλύτερο να μην εκβιάζουμε κάποιες καταστάσεις, και καμιά φορά να δεχόμαστε με ψυχραιμία ότι το τέλος είναι τόσο κοντά. Απλώς δεν είναι το ίδιο όταν εκείνη την δεδομένη στιγμή είσαι μέσα στο πρόβλημα και καλείσαι να το αντιμετωπίσεις. Όταν αυτός ο άνθρωπος είναι ο δικός σου άνθρωπος, τα συναισθήματα σου μπλέκονται και νιώθεις ότι πρέπει να το προσπαθήσεις όσο μπορείς, να βοηθήσεις όσο μπορείς, με ότι μέσα διαθέτεις. Εκείνη την στιγμή παραδίδεσαι σε αυτούς που ξέρουν και μπορούν να βοηθήσουν, που μπορεί να μην είναι πάντα η καλύτερη δυνατή λύση. Δεν είναι πάντα εύκολο να πάρεις απολύτα λογικές αποφάσεις σε συναισθηματικά φορτιμένες και δύσκολες καταστάσεις. Σίγουρα όμως προσπαθείς για το καλύτερο, προσπαθείς να αποφύγεις το αναπόφευκτο. Και ok, δέχομαι ότι μπορεί να κρύβει και μία δειλία αυτό...
Σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησα τις προθέσεις σου, ούτε την ειλικρινή αγάπη σου προς το πρόσωπο του παππού σου. Κατανοώ πλήρως το δύσκολο αυτών των περιπτώσεων.
Πιστεύω όμως οι θάνατοι συγγενικών και φιλικών προσώπων μπορούν να μας διδάξουν κάποια πράγματα, όσον αφορά την αξιοπρέπεια του ανθρώπου στον θάνατο. Γιατί δυστυχώς τις περισσότερες φορές αυτή η αξία χάνεται μέσα στα νοσοκομεία.
Το δεύτερο κομμάτι που θέλω να σχολιάσω είναι αυτό που είπες για την αδυναμία να πάρει κάποιος απόλυτα λογικές αποφάσεις σε συναισθηματικά φορτισμένες και δύσκολες καταστάσεις. Απεναντίας, πιστεύω ότι μόνο όταν βρισκόμαστε σε τέτοια καταστάση μπορούμε να πάρουμε αποφάσεις ορθές που δεν υπακούν στην λογική. Η λογική λέει να αφήσω τον άνθρωπό μου, ή τον εαυτό μου ακόμη στα χέρια των γιατρών. Το συναίσθημά σου όμως όταν σε κατακλύζει σε κάνει να δεις μια άλλη οδό και σε βοηθά και να την περπατήσεις. Μία οδό που αντί να κάνει τα πάντα για να αποφύγει το αναπόφευκτο, βαδίζει γενναία προς αυτό. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν είναι λάθος να παραδοθούμε στον "παραλογισμό" του συναισθήματος. Είναι μία άλλη οπτική, και μάλιστα μία οπτική ιδιαίτερου σθένους. Ο χρόνος θα μας αποδείξει πόσο δίκιο είχαμε.
Στην τελική, ακόμη και αν δεν μπορέσουμε να περισώσουμε την αξιοπρέπεια των αγαπημένων μας προσώπων στο θάνατο, μπορούμε να περισώσουμε τη δικιά μας.
Τέλος η ομολογία της δειλίας, όπως ονομάζεις την άρνηση να παραδεχτούμε το αναπόφευκτο, στα μάτια μου παίρνει την υπόσταση της δειλίας να υπερασπίσουμε το συναίσθημα απέναντι στη λογική. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο όταν αντιμετωπίζουμε το θάνατο.
Με ιδιαίτερη εκτίμηση και των καλύτερων των προθέσεων,
Riddler
Riddler,
Xμμ.., Μάλλον το δύσκολο είναι να διαχωρίσουμε τη λογική από το συναίσθημα. Τι εννοω;
1η οπτική
Αγαπώ τον ανθρωπο μου (συναίσθημα)--> Θα κάνω ότι μπορώ να τον βοηθήσω (λογική)--> Θα εμπιστευτώ τους ειδικούς (στην περίπτωση μας, τους γιατρούς) (πάλι λογική!).
2η οπτική
Αγαπώ τον άνθρωπο μου(συναίσθημα) --> Θα κάνω ότι καλύτερο για αυτόν (λογική) --> Θα φροντίσω να βρίσκεται στο δικό του γνώριμο περιβάλλον, προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί(λογική).
Δεν ξέρω αν η λογική ορισμένες φορές είναι στυγνή, ξερή η μας οδηγεί το συναίσθημα να πλάσουμε μία, δηλαδή πηγάζει από αυτό. Εκείνο που με ενοχλεί στην 2η οπτική είναι ότι θα αφήσω μέσα μου
ανοιχτούς λογαριασμούς για τον αν έκανα ότι μπορούσα,αν το "κυνήγησα" εκείνο που με ενοχλεί περισσότερο στην 1η οπτική είναι ότι αν ψάξω βαθύτερα μέσα μου,σε ένα μέτρο έσπευσα να ικανοποίησω τις δικές μου ανασφάλειες, προκειμένου να απαλλαγώ από τυχόν ενοχικά σύνδρομα. Εκεί εντοπίζω την δειλία μου.
Συγγνώμη για τους συλλογισμούς με τις μαθηματικές συνεπαγωγές και το αλγοριθμικό του χαρακτήρα τους.
Επίσης, δεν αμφέβαλλα για τις καλές σου προθέσεις, διαφορετικά δεν θα σπαταλούσες το χρόνο σου για να μου τις αναλύσεις. Αν ο δικός μου τόνος γίνεται καμιά φορά λίγο πιο αυστηρός,μη με παρεξηγείς :)
Δημοσίευση σχολίου