19.3.08

Ροζ - Κίτρινο - Γαλάζιο

Καθώς στριφογύριζε μέσα στο πάπλωμα, μύριζε το άρωμα του απορρυπαντικού.. Έκλεινε τα μάτια της και ρουφούσε ηδονικά την μυρωδιά με την οποία είχε ποτιστεί. Σκεφτόταν πόσες αναμνήσεις καλούσε αυτό το άρωμα. Ήταν το άρωμα των παιδικών της χρόνων. Βρισκόταν ξανά στο παιδικό της δωμάτιο. Άκουγε τους δείκτες του ρολογιού να κινούνται με τον ίδιο βαρετό τρόπο κάνοντας τους ίδιους κύκλους μηχανικά και αυτόματα τόσα χρόνια. Θυμόταν να την παίρνει ο ύπνος με αυτόν τον ρυθμικό τρόπο των χτύπων του ρολογιού. Το βλέμμα της διερευνούσε το χώρο της ξανά. Η ματιά της, σκαρφάλωνε στα ράφια με τα βιβλία της, αγκάλιαζε τις κούκλες της, χαμογελούσε στο αρκούδι της. Σκάλωσε σε μια φωτογραφία τοίχου. Αυτή και ο ξάδερφος της. Απόμακρες αναμνήσεις άρχισαν να έρχονται κοντά της. Μπορούσε να φέρει στο μυαλό της όλα τα παιχνίδια που έπαιζε με τον ξάδερφο της. Φτιάχνοντας σπίτια με σεντόνια, οργανώνοντας «μυστικές» αποστολές το βράδυ για να φάνε κρυφά τα σοκολατάκια στο σαλόνι ή να δούνε τηλεόραση την ώρα που οι άλλοι (οι μεγάλοι) θα κοιμούνται. Θυμόταν την μεγάλη κασέλα με τις μπογιές, τους μαρκαδόρους και τα πινέλα. Τα ράφια γεμάτα με τα παιχνίδια άτσαλα τοποθετημένα, έτοιμα να πέσουν κάθε στιγμή. Τις ζωγραφιές, τις χειροτεχνίες που φτιάχνανε και τις υγρές κόλλες που βουτούσαν τα δάχτυλα τους. Τα καλοκαιρινά μεσημέρια στο χωριό. Τότε που στριφογυρνούσαν παίζοντας μέσα στα καθαρά λευκά σεντόνια που ήταν απλωμένα καθώς αυτά λικνίζονταν στο αεράκι που τα διαπερνούσε. Τον ήλιο που γλιστρούσε ύπουλα μέσα από τα φύλλα της καταπράσινης ακακίας από την οποία κρέμονταν μια φαρδιά ξύλινη κούνια που είχε φτιάξει ο παππούς. Η ξύλινη κούνια που μπορούσε να τους χωρέσει και τους τρεις. Αυτή ανάμεσα στον αδερφό και τον ξάδερφο της. Θυμόταν επίσης, τον μπλε ανεμιστήρα τοποθετημένο δίπλα στην γιαγιά, αυτή να σιδέρωνει και τον παππού να σερβίρει κρύο καρπούζι. Να μιλάνε στον ανεμιστήρα, να ακούνε την παραμορφωμένη φωνή τους να γελάνε και την ίδια στιγμή να μαλώνουνε και πάλι για αυτόν που θα έπαιρνε το μεγαλύτερο κομμάτι καρπουζιού. Θυμόταν επίσης, τους ομηρικούς καυγάδες που στήνανε για τα παιχνίδια. Θυμόταν τον νικητή και τον χαμένο. Σε κάθε παιχνίδι με τον ξάδερφο της, ο νικητής ήταν προκαθορισμένος εξ αρχής και ο χαμένος επίσης. Αυτή δεν μπορούσε να το δεχτεί, και αυτός ήτανε ο κυριότερος λόγος που μαλώνανε. Οι εικόνες ερχόταν αλυσιδωτά ή μία μετά την άλλη και κατέκλυζαν το μυαλό της καθώς βούλιαζε ολοένα και περισσότερο σε αυτό το παλιό στρώμα. Δεν την εξυπηρετούσε ιδιαίτερα, τώρα πλέον, γιατί που και που ένιωθε τα ελατήρια να τσιμπάνε την πλάτη της, όταν κοιμόταν. Δεν την πείραζε όμως, δεν κοιμόταν πια το ίδιο συχνά στο παιδικό της δωμάτιο. Αυτό την έκανε να το απολαμβάνει, όποτε είχε την ευκαιρία. Οι αναμνήσεις της είχαν χρώμα ροζ, κίτρινο και γαλάζιο, όπως το ουράνιο τόξο που ζωγράφιζε τότε. Μια απαλή νοσταλγία πλημμύρισε γλυκά τις αισθήσεις. Αναμνήσεις με άρωμα μαλακτικού, που είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να ξεθωριάζουν, να ξεφτίζουν, να ξεγλιστρούν ύπουλα και να χάνονται στα σκοτεινά μονοπάτια της λήθης...

2 comments:

Ανώνυμος είπε...

Κάθε χρώμα και μια ανάμνηση. Ναι! :-)
Θυμάμαι ακόμα τα καλοκαίρια στο εξοχικό της γιαγιάς μου. Τρυπώναμε με τ'αδέρφια μου στην κουζίνα, ανοίγαμε
το ψυγείο, άσπρο, σαν αυτά τα παλιά που βλέπουμε στις ταινίες, και βγάζαμε το καρπούζι που σχεδόν πάντα το είχε η μητέρα μου σ'ένα μεγάλο τάπερ, απόχρωση του κόκκινου αυτό. Γκρινιάζαμε γιατί δεν βρίσκαμε ούτε ένα κουκούτσι. Μας πρόσεχε πολύ. Χιχι. Το τρώγαμε γρήγορα γρήγορα και μετά πηγαίναμε στη μεγάλη βεράντα με τα γκρι κάγκελα. Παίζαμε με τις ώρες. Στην παρέα ερχόταν και ο Bill. Έμενε δίπλα μας. Καταστρώναμε σχέδια εξόντωσης των περαστικών. Περνούσε συχνά μια γιαγιά με το σκυλάκι της. Φορούσε πάντα ένα μπλε καπέλο. Ναι, ναι. Ήταν αστεία φιγούρα. Όταν ο ήλιος έπεφτε για ύπνο, εμείς γυρίζαμε στα δωμάτιά μας χαρούμενα, γεμάτα σκόνη, λάσπες και γρατζουνιές. Τα Σαβ/κα, λίγο μετά τις 9 το βράδυ ακουγόταν η κόρνα του αμαξιού του μπαμπά. Βγαίναμε έξω τρέχοντας και βλέπαμε τα κίτρινα φώτα ν'αναβοσβήνουν. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν μαζί μας...
Παζλ αναμνήσεων! Τα χρώματα της ζωής μας. :-)

She είπε...

Ακριβώς έτσι !!!
Χρώματα, αναμνήσεις, μυρωδιές τόσο μα τόσο αγαπημένες :))