15.3.08

Ατέρμων βρόχος

Αυτός έκανε μία κίνηση να της φτιάξει μια τούφα από τα μαλλιά της που είχε ξεφύγει ενώ εκείνη του μιλούσε. Σταμάτησε και τον κοίταξε για λίγο. Το βλέμμα του προσηλώθηκε κάπου αλλού και όχι στα μάτια της. Αυτή τη φορά, ακολουθούσε την κίνηση του χεριού του. Τα δάχτυλα του ακούμπησαν προσεχτικά τα μαλλιά της. Ήτανε σαν να την χάιδευε με αυτό, σαν να την χάιδευε με αυτό το βλέμμα. Αυτή, το αιχμαλώτισε. Θα μπορούσε και να το αγαπήσει αυτό το βλέμμα . Ήτανε σχεδόν σίγουρη.
-Μην κόψεις τα μαλλιά σου, σε παρακαλώ...,της είπε και έκανε πως τα χάιδευε πάλι με το βλέμμα, παρατηρώντας τα κατά μήκος, καθώς έπεφταν ίσια, μακριά στους ώμους της.
Αυτή ψέλλισε κάτι και απέστρεψε το βλέμμα της, γιατί δεν άντεχε το δικό του. Κοίταξε πέρα από το τζάμι της καφετέριας τον κόσμο που περνούσε βιαστικά μέσα στο κρύο. Μπορούσε να κοιτάζει έξω χωρίς ουσιαστικά να βλέπει. Ήθελε να αποφύγει το βλέμμα του που το ένιωθε να καίει στο πρόσωπο της.

Αυτό το σκηνικό μπορούσε να το παίζει στο μυαλό της ξανά και ξανά. Η σκέψη πάγωνε το χρόνο γύρω της και μπορούσε να το βλέπει να επαναλαμβάνεται, άλλοτε αργά και άλλοτε γρήγορα, πολλές φορές. Με τον ίδιο τυραννικό τρόπο χωρίς να αλλάζει τίποτα, σαν ένα ατέρμονα βρόχο στο μυαλό της. Αυτή καθόταν πάλι στο ίδιο τραπεζάκι, στην ίδια καφετέρια, ένα ίδιο κρύο χειμωνιάτικο πρωινό του Δεκεμβρίου. Αυτός ήταν απέναντι της και μετά το στιγμιότυπο, το βλέμμα και τα λόγια. Μπορούσε να κλείσει τα μάτια και να το δει, το βράδυ πριν πέσει για ύπνο. Η σκέψη την επισκέπτονταν και την τύλιγε εκείνα τα λίγα λεπτά που μεσολαβούσαν μέχρι να την πάρει ο ύπνος όταν έπεφτε κουρασμένη στο κρεβάτι της. Μπορούσε να το βλέπει πλέον, και χωρίς να κλείνει τα μάτια της, όταν έκανε εκείνη την βαρετή διαδρομή μέσα στο μισοάδειο αστικό κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Κοιτούσε και πάλι χωρίς να βλέπει. Έπιανε τον εαυτό της να συλλογίζεται τις πιθανότητες και τις εκδοχές και δάγκωνε μηχανικά σχεδόν τα χείλη της και δεν σταματούσε μέχρι να ματώσουν. Από την αρχή ξανά και ξανά. Για όσα ήταν εκεί και έμειναν ανείπωτα και για όσα ήταν εκεί και δεν έγιναν ποτέ.

2 comments:

Riddler είπε...

Μου θύμισες λίγο την τιμωρία του Προμηθέα και τον μύθο του Σισύφου! Τι λίγο, αρκετά, μία σύγχρονη εκδοχή τους.
Πιστεύω ότι κάπου εκεί κρύβεται κάποιου είδους ευχαρίστησης, που τροφοδοτεί αυτή τη διαδικασία του "ατέρμωνα βρόχου", διαφορετικά ποιος θα μπορούσε να αντέξει τέτοιο μαρτύριο.
Πώς μπορεί τελικά να βγει κανείς από αυτή τη "λούπα"; Και αν τα καταφέρει, βγαίνει με αισθήματα ανακούφισης ή πικρίας;

Την καλημέρα μου!

She είπε...

Riddler,
Νομίζω ότι η αίσθηση του αίματος στα χείλη ήταν αυτό που της επέτρεπε να αποδράσει από τον ατέρμονα βρόχο. Μπορούσε να στρέψει την προσοχή για λίγα δευτερόπλεπτα στην πραγματικότητα, στο παρόν, όποτε και επέστρεφε πάλι σε αυτό. Τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα. Σίγουρα ανακούφιση, ένα συναίσθημα λύτρωσης αλλά οπωσδήποτε και πικρία για το αμετάκλητο της ιστορίας.

Καλη σου μέρα!:)