Όταν τα φώτα σβήνανε, τότε που όλα έδειχναν να ηρεμούν, η θάλασσα της ψυχής να γαληνεύει, αργά και σιωπηλά, ξάπλωνε. Μπορούσε να αφουγκραστεί την ηρεμία του χώρου που την τριγύριζε. Έλυνε τα μαλλιά της, έχωνε τα χέρια της προστατευτικά κάτω από το μαξιλάρι. Έκλεινε τα μάτια περιμένοντας νοσταλγικά τον αγαπημένο της, τον Ύπνο, σχεδόν ανυπομονούσε. Μέσα στην απόλυτη ηρεμία του δωματίου της άκουγε πάλι ένα σύρσιμ
ο και μετά ένα υπόκωφο θόρυβο. Το πρόσωπο της έκανε μια μικρή ανεπαίσθητη σύσπαση σαν μια λεπτή γραμμή κρύου ιδρώτα να διέσχιζε την πλάτη της. Τον περίμενε αυτόν τον ήχο… Ένιωθε πάλι τον ίδιο, γνώριμο, Φόβο, να την επισκέπτεται κάτω από το σκέπασμα της. Δεν ήτανε ο γλυκός Ύπνος που την αγκάλιαζε, αλλά ο δηλητηριώδης Φόβος που είχε εισβάλλει από την χαραμάδα της πόρτας. Γινότανε και πάλι μικρή, σχεδόν μικροσκοπική. Σηκωνόταν απότομα, σέρνοντας το νυχτικό της πλησίαζε την πόρτα. Ψηλά στις μύτες των ποδιών της προσπαθούσε να κοιτάξει από το ματάκι της πόρτας. Υπήρχε σκοτάδι έξω. Δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά, και τότε, εκείνη την ασήμαντη στιγμή, έπαιρνε μια νεκρή απόφαση. Αποφάσιζε να ανοίξει την πόρτα. Μια τεράστια μαύρη σκιά την περιτύλιγε, την στριφογύριζε και σκοτείνιαζε το βλέμμα της. Εκείνη την στιγμή εμφανιζόταν το Αν, τεράστιο και τρομακτικό. Φορούσε ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Δεν μιλούσε μόνο σε κοιτούσε. Σε έκανε να το κοιτάς στα μάτια. Μύριζε το Φόβο σου. Μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς σου. Έμπαινε μέσα σου. Δεν μπορούσες να μην το κοιτάς, μόνο πάγωνες ακούνητος καθώς αυτό σε πλησίαζε. Αυτή τότε έτρεχε και κρυβόταν πίσω από τα τεράστια βιβλία της. Είχε φτιάξει ένα μικρό καταφύγιο πίσω από αυτά. Λαβύρινθος για τους άλλους. Κρυβόταν πίσω από αυτά, και μιλούσε στο Αν. Του έλεγε να φύγει μακριά της. Το παρακαλούσε. Δεν το κοιτούσε αλλά ήξερε ότι έμενε εκεί, και έπειτα του φώναζε με όλη της την δύναμη. Η φωνή της έβγαινε μέσα από το στήθος της, δυνατή και τα δάκρυα της τρέχανε βιαστικά να κατηφορίσουν στα μάγουλα της. Προσπαθούσε να σταθεί όρθια, να μην λυγίσει, μα δεν μπορούσε το σώμα της παραδινόταν στον Φόβο που καρτερούσε, γλιστρούσε σιγά σιγά, και ακουμπούσε το πάτωμα. Τα δάκρυα της έσταζαν από την άκρη του ματιού, έβρεχαν τα μαλλιά της που απλώνονταν στο πάτωμα, και όταν έπεφταν εκεί γίνονταν μικροί διάφανοι, λαμπεροί κρύσταλλοι. Η φωνή της έσπαγε και χανόταν έξω μέσα στο πυκνό σκοτάδι που επικρατούσε τριγύρω της. Μόνο αυτή την άκουγε. Προσπαθούσε να του μιλήσει, να του πει ότι δεν το φοβάται. Ότι δεν το μετάνιωνε. «Σε έχω σκοτώσει χίλιες φορές, Αν » έλεγε από μέσα της. Μετά, κοιτούσε μέσα από τις χαραμάδες το Αν να μην κουνιέται. Να στέκεται σιωπηλό, ακίνητο. Μόνο άπλωνε την σκιά του και ρουφούσε από κο
ντά της τους μικρούς κρυστάλλους της, με ένα θόρυβο που έσκιζε την σιωπή του δωματίου, σαν ένα διαπεραστικό τρίξιμο, που χάραζε το πάτωμα της Μνήμης της. Για αυτούς ερχόταν κάθε βράδυ. Με αυτούς τρεφόταν και δυνάμωνε, με τα δάκρυα της, τους κρυστάλλους της. Μετά της ψιθύριζε ότι θα ξαναρθεί. Όσες φορές και να το έδιωχνε, όσες φορές και να το σκότωνε, το Αν πάντα ερχόταν. Το Αν στεκόταν έξω από την πόρτα της, κάθε βράδυ. Οι ψίθυροι του Αν τρύπωναν μέσα από τις χαραμάδες, περπατούσαν πάνω στο σώμα της, ήταν κρύοι, παγωμένοι και την ανατρίχιαζαν, της κόβανε την ανάσα. Έκλεινε τα αυτιά της αλλά πάλι τους άκουγε. Μετά έκλεινε τα μάτια της, σιγομουρμούριζε μια σύντομη προσευχή και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν υπάρχει. Ότι δεν είναι εκεί κανένας. Έπαιρνε μια μεγάλη ανάσα, και έβγαινε έξω και όταν άνοιγε τα μάτια της δεν ήταν κανείς. Το Αν δεν υπήρχε. Ήτανε πάλι ακουμπισμένη στο κρεβάτι της. Ένα χαμόγελο ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο της. Σκούπιζε τα μάγουλα της γιατί μπορούσε και απόψε να κοιμηθεί ήσυχη. Ο Ύπνος θα ερχόταν όπου να ναι…Μόνο που καθυστερούσε καμιά φορά. Δεν ήταν κανείς άλλος εκεί. Δεν ήταν κανείς και απόψε. Μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα μέχρι να έρθει το επόμενο βράδυ…
ο και μετά ένα υπόκωφο θόρυβο. Το πρόσωπο της έκανε μια μικρή ανεπαίσθητη σύσπαση σαν μια λεπτή γραμμή κρύου ιδρώτα να διέσχιζε την πλάτη της. Τον περίμενε αυτόν τον ήχο… Ένιωθε πάλι τον ίδιο, γνώριμο, Φόβο, να την επισκέπτεται κάτω από το σκέπασμα της. Δεν ήτανε ο γλυκός Ύπνος που την αγκάλιαζε, αλλά ο δηλητηριώδης Φόβος που είχε εισβάλλει από την χαραμάδα της πόρτας. Γινότανε και πάλι μικρή, σχεδόν μικροσκοπική. Σηκωνόταν απότομα, σέρνοντας το νυχτικό της πλησίαζε την πόρτα. Ψηλά στις μύτες των ποδιών της προσπαθούσε να κοιτάξει από το ματάκι της πόρτας. Υπήρχε σκοτάδι έξω. Δεν μπορούσε να διακρίνει πολλά, και τότε, εκείνη την ασήμαντη στιγμή, έπαιρνε μια νεκρή απόφαση. Αποφάσιζε να ανοίξει την πόρτα. Μια τεράστια μαύρη σκιά την περιτύλιγε, την στριφογύριζε και σκοτείνιαζε το βλέμμα της. Εκείνη την στιγμή εμφανιζόταν το Αν, τεράστιο και τρομακτικό. Φορούσε ένα σαρκαστικό χαμόγελο. Δεν μιλούσε μόνο σε κοιτούσε. Σε έκανε να το κοιτάς στα μάτια. Μύριζε το Φόβο σου. Μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς σου. Έμπαινε μέσα σου. Δεν μπορούσες να μην το κοιτάς, μόνο πάγωνες ακούνητος καθώς αυτό σε πλησίαζε. Αυτή τότε έτρεχε και κρυβόταν πίσω από τα τεράστια βιβλία της. Είχε φτιάξει ένα μικρό καταφύγιο πίσω από αυτά. Λαβύρινθος για τους άλλους. Κρυβόταν πίσω από αυτά, και μιλούσε στο Αν. Του έλεγε να φύγει μακριά της. Το παρακαλούσε. Δεν το κοιτούσε αλλά ήξερε ότι έμενε εκεί, και έπειτα του φώναζε με όλη της την δύναμη. Η φωνή της έβγαινε μέσα από το στήθος της, δυνατή και τα δάκρυα της τρέχανε βιαστικά να κατηφορίσουν στα μάγουλα της. Προσπαθούσε να σταθεί όρθια, να μην λυγίσει, μα δεν μπορούσε το σώμα της παραδινόταν στον Φόβο που καρτερούσε, γλιστρούσε σιγά σιγά, και ακουμπούσε το πάτωμα. Τα δάκρυα της έσταζαν από την άκρη του ματιού, έβρεχαν τα μαλλιά της που απλώνονταν στο πάτωμα, και όταν έπεφταν εκεί γίνονταν μικροί διάφανοι, λαμπεροί κρύσταλλοι. Η φωνή της έσπαγε και χανόταν έξω μέσα στο πυκνό σκοτάδι που επικρατούσε τριγύρω της. Μόνο αυτή την άκουγε. Προσπαθούσε να του μιλήσει, να του πει ότι δεν το φοβάται. Ότι δεν το μετάνιωνε. «Σε έχω σκοτώσει χίλιες φορές, Αν » έλεγε από μέσα της. Μετά, κοιτούσε μέσα από τις χαραμάδες το Αν να μην κουνιέται. Να στέκεται σιωπηλό, ακίνητο. Μόνο άπλωνε την σκιά του και ρουφούσε από κο
ντά της τους μικρούς κρυστάλλους της, με ένα θόρυβο που έσκιζε την σιωπή του δωματίου, σαν ένα διαπεραστικό τρίξιμο, που χάραζε το πάτωμα της Μνήμης της. Για αυτούς ερχόταν κάθε βράδυ. Με αυτούς τρεφόταν και δυνάμωνε, με τα δάκρυα της, τους κρυστάλλους της. Μετά της ψιθύριζε ότι θα ξαναρθεί. Όσες φορές και να το έδιωχνε, όσες φορές και να το σκότωνε, το Αν πάντα ερχόταν. Το Αν στεκόταν έξω από την πόρτα της, κάθε βράδυ. Οι ψίθυροι του Αν τρύπωναν μέσα από τις χαραμάδες, περπατούσαν πάνω στο σώμα της, ήταν κρύοι, παγωμένοι και την ανατρίχιαζαν, της κόβανε την ανάσα. Έκλεινε τα αυτιά της αλλά πάλι τους άκουγε. Μετά έκλεινε τα μάτια της, σιγομουρμούριζε μια σύντομη προσευχή και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν υπάρχει. Ότι δεν είναι εκεί κανένας. Έπαιρνε μια μεγάλη ανάσα, και έβγαινε έξω και όταν άνοιγε τα μάτια της δεν ήταν κανείς. Το Αν δεν υπήρχε. Ήτανε πάλι ακουμπισμένη στο κρεβάτι της. Ένα χαμόγελο ζωγραφιζόταν στο πρόσωπο της. Σκούπιζε τα μάγουλα της γιατί μπορούσε και απόψε να κοιμηθεί ήσυχη. Ο Ύπνος θα ερχόταν όπου να ναι…Μόνο που καθυστερούσε καμιά φορά. Δεν ήταν κανείς άλλος εκεί. Δεν ήταν κανείς και απόψε. Μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα μέχρι να έρθει το επόμενο βράδυ…
9 comments:
Καλημέρα "She"!
Ελπίζω χθες το βράδυ να κοιμήθηκες χωρίς επισκέψεις...
Στις πιθανότητες και στα ενδεχόμενα που άφησε το παρελθόν αναπάντητα, δεν υπάρχουν και πολλές επιλογές για να τα αντιμετωπίσεις.
Πράγματι είναι μία μεγάλη αλήθεια ότι αυτά τα "Αν" καταφέρνουν και μας στοιχειώνουν στις πιο αδύναμες στιγμές μας. Έτσι ή παραδίδεσαι στη δίνη αυτή των ερωτηματικών που σε τραβάει στον βυθό, ή προσπαθείς να μάθεις από αυτά.
Και τι μπορεί να μάθει κανείς; Το πιο απλό. Να μην αφήνεις, όσο περνάει από το χέρι σου, υπολείμματα που μπορεί στο μέλλον να θεριέψουν και να σε στοιχειώσουν.
Στην τελική, όσο μεγαλώνουμε καταλαβαίνουμε πόσο θάρρος χρειάζεται για να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν μας, γιατί "το παρελθόν πάντα επιστρέφει".
Το παρακάτω τραγουδάκι αφιερωμένο σε σένα και στο post σου.
Γεια!
http://www.youtube.com/watch?v=9-HESjOTHBQ&feature=PlayList&p=4E1664241B8606D4&index=0
Kate Winslet
"What If"
Here I stand alone
With this weight upon my heart
And it will not go away
In my head I keep on looking back
Right back to the start
Wondering what it was that made you change
Well I tried
But I had to draw the line
And still this question keeps on spinning in my mind
What if I had never let you go
Would you be the man I used to know
If I'd stayed
If you'd tried
If we could only turn back time
But I guess we'll never know
Many roads to take
Some to joy
Some to heart-ache
Anyone can lose their way
And if I said that we could turn it back
Right back to the start
Would you take the chance and make the change
Do you think how it would have been sometimes
Do you pray that I'd never left your side
What if I had never let you go
Would you be the man I used to know
If I'd stayed
If you'd tried
If we could only turn back time
But I guess we'll never know
If only we could turn the hands of time
If I could take you back would you still be mine
'Cos I tried
But I had to draw the line
And still this question keep on spinning in my mind
What if I had never let you go
Would you be the man I used to know
What if I had never walked away
'Cos I still love you more than I can say
If I'd stayed
If you'd tried
If we could only turn back time
But I guess we'll never know
We'll never know
Καλημέρα Riddler,
Όχι τελευταία δεν βλέπω τόσους εφιάλτες :)
Όσον αφορά σε αυτό που έγραψες:
"Να μην αφήνεις, όσο περνάει από το χέρι σου, υπολείμματα που μπορεί στο μέλλον να θεριέψουν και να σε στοιχειώσουν."
Ξέρεις; Αυτό μπορεί να οδηγήσει κάποιον στην εμμονή προκειμένου να μπαίνει σε μια επίπονη - επώδυνη διαδικασία να προσπαθεί πάντα παίρνει τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις ακόμη και όταν κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, μπορεί να τον μετατρέψει σε έναν φοβερό εγωιστή που όλες του οι πράξεις συγκλίνουν στην μία και μοναδική του αγωνία "Να μην μετανιώνει ποτέ", γιατί είναι απλώς αδύνατο να τα προβλέπει όλα..
Ααα, σε ευχαριστώ και για το τραγουδάκι, το ήξερα αυτο το τραγουδάκι, είναι αγαπημένο :)
Βρε συ, δεν έχεις άδικο, όταν αυτή η αντιμετώπιση της ζωής γίνει αυτοσκοπός. Αλλά ποιος άνθρωπος μπορεί να το κάνει αυτό αυτοσκοπό; Εγώ μιλάω για νορμάλ καταστάσεις. Για τους ανθρώπους που κρύβονται στις σχέσεις τους, φοβισμένοι και ανασφαλείς να βγάλουν στη φόρα το ποιόν τους. Υπάρχει πολλή ψευτιά στις σχέσεις. Την ασπαζόμαστε και μετά αρεσκόμαστε να θρηνούμε τον πεθαμένο.
Κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα τέλεια στη ζωή. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Και αυτό φυσικά δεν είναι άλλοθι για να αρνείται κανείς τις συνέπειες των πράξεών του.
Πιστεύω ότι όλοι γνωρίζουμε τι υπολείμματα αφήνουμε πίσω μας. Και ακόμη περισσότερο ξέρουμε ποια από αυτά ήταν στο χέρι μας να μην τα αφήσουμε. Τα περισσότερα είναι πράγματα που σκεφτόμαστε αντικρίζοντας τον άλλον και δεν τα ξεστομίζουμε, δεν τα κάνουμε πράξη. Όλη αυτή η καταπιεσμένη θέληση είναι το σπέρμα που γονιμοποιεί όλα τα "Αν" στη ζωή μας.
Όλοι είμαστε όντα που θέλουμε και ποθούμε διαρκώς. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.
Πάντως μ' αρέσεις γιατί είσαι πολύ ανθρώπινη στο γράψιμό σου! Keep writing!
Γεια!
Ναι καταλαβαίνω τι λες.., απλώς η πρώτη σχέση που πρέπει να μας απασχολεί είναι αυτή με τον εαυτό μας, που ορισμένες φορές είναι και ανύπαρκτη. Αυτός είναι που φέρνει τα Αν στην επιφάνεια, με αυτόν είναι που δεν μπορούμε να συμβιβαστούμε, είναι περίεργος συγκάτοικος στην ζωή μας, αυτός ο "εαυτός"! Αλλά αυτό που λέω είναι ολόκληρο θέμα για (άλλο;) ποστ.
Σε ευχαριστώ, για τα καλά σου λόγια :)
Στο ποστ σου αγαπημένη μου She περιγράφεις ενα "Αν" που τρομοκρατεί ένα μικρό κοριτσάκι, την πλησιάζει και την κατακλύει, περιγράφεις ενα "Αν" που είναι αδερφός του Φόβου.
Δεν είναι πάντα έτσι όμως, είναι;
Υπάρχουν και "Αν" που σε γεμίζουν ελπίδα, που καταρριπτουν την όποια βεβαιότητα και σιγουριά μπορεί να έχουμε για οτιδήποτε αλλά το κάνουν για το καλό μας.Μας δίνουν ελπίδα.
Το κοριτσάκι μεγάλωσε...ποιό "Αν" τη συνοδεύει στον Ύπνο της;
-περιττό αν πώ πόσο καλογραμμένο είναι το ποστ σου, με "ρούφηξε" η κάθε πρόταση,η κάθε λέξη. Γράφεις απ'την ψυχή σου και γράφεις όμορφα :)
Έχεις απόλυτο δίκιο σε αυτό που λες. Στο δικό μου μυαλό το ελπιδοφόρο Άν που λες ονομάζεται Μακάρι:) Αυτό δεν λες και εσύ;
Και το Μακάρι είναι απλώς υπέροχο:)
Όσο για το Άν που βασανίζει το μικρό κοριτσάκι..(ουφ! δύσκολες ερωτήσεις κάνεις KleineWolke μου:P)έχει χίλια πρόσωπα.. Κατά βάση όμως ζητάει από Αυτήν (την μικρό κορίτσι - που είναι πια μεγάλο) να είναι μια Άλλη.
"Αν κάνεις αυτό.."
"Αν έλεγες εκείνο.."
"Αν είχες πάει εκεί..."
Δεν είναι πολύ συγκεκριμένο αυτό που λέω, κατ' επέκταση δεν ξέρω αν σε κάλυψα. Φιλιά!
Η σχετικότητα των εννοιών "Αν" και "Μακάρι" κάνουν δύσκολο το έργο να τα περιγράψει κανείς ή ακόμη και να τα καταλάβει και να τα προσδιορίσει..λέξεις...άλλο θέμα κι αυτό..κατάλαβα πολύ καλά αυτο που ήθελες να μου πείς πάντως(τουλάχιστον έτσι νομίζω,χιχι)..αν και αντιλαμβάνομαι οτι το σχόλιό μου ξεφεύγει λιγάκι, θέλω να πω οτι με κάλυψες, ναι!
Φιλια καλή μου!
Δημοσίευση σχολίου